Μετάφραση του "Innehaben" σε Ελληνικά

Οι μονιμότητα, κατέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Innehaben" σε Ελληνικά.

Innehaben
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονιμότητα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Innehaben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

innehaben Verb γραμματική

(über etwas) verfügen [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατέχω

    Vielleicht bestimmen sie ihren Wert durch einen Posten, den sie innehaben, oder einen Status, den sie erlangen.

    Μπορεί να ορίζουν την αξία τους με μία θέση που κατέχουν ή μία κατάσταση που αποκτούν.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Innehaben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη