Μετάφραση του "Innehaben" σε Ελληνικά
Οι μονιμότητα, κατέχω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Innehaben" σε Ελληνικά.
Innehaben
-
μονιμότητα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Innehaben " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
innehaben
Verb
γραμματική
(über etwas) verfügen [..]
-
κατέχω
Vielleicht bestimmen sie ihren Wert durch einen Posten, den sie innehaben, oder einen Status, den sie erlangen.
Μπορεί να ορίζουν την αξία τους με μία θέση που κατέχουν ή μία κατάσταση που αποκτούν.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη