Μετάφραση του "innen" σε Ελληνικά

Το μέσα είναι η μετάφραση του "innen" σε Ελληνικά.

innen adverb

medial (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέσα

    adverb

    Wir konnten die Tür nicht öffnen, weil sie von innen verschlossen war.

    Δε μπορούσαμε να ανοίξουμε την πόρτα γιατί ήταν κλειδωμένη από μέσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " innen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Innen
+ Προσθήκη

"Innen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Innen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "innen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "innen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη