Μετάφραση του "Keil" σε Ελληνικά
Οι σφήνα, Σφήνα, τάκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Keil" σε Ελληνικά.
Keil
noun
masculine
γραμματική
-
σφήνα
noun neuterEr versucht, einen Keil zwischen sie zu treiben, sie gegeneinander aufzuhetzen.
Προσπαθεί να μπει σφήνα μεταξύ τους και να τους διχάσει.
-
Σφήνα
Körper, bei dem zwei Seitenflächen unter einem spitzen Winkel zusammenlaufen
Er versucht, einen Keil zwischen sie zu treiben, sie gegeneinander aufzuhetzen.
Προσπαθεί να μπει σφήνα μεταξύ τους και να τους διχάσει.
-
τάκος
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- γωνία
- ούπα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Keil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Keil"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη