Μετάφραση του "Keil" σε Ελληνικά

Οι σφήνα, Σφήνα, τάκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Keil" σε Ελληνικά.

Keil noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σφήνα

    noun neuter

    Er versucht, einen Keil zwischen sie zu treiben, sie gegeneinander aufzuhetzen.

    Προσπαθεί να μπει σφήνα μεταξύ τους και να τους διχάσει.

  • Σφήνα

    Körper, bei dem zwei Seitenflächen unter einem spitzen Winkel zusammenlaufen

    Er versucht, einen Keil zwischen sie zu treiben, sie gegeneinander aufzuhetzen.

    Προσπαθεί να μπει σφήνα μεταξύ τους και να τους διχάσει.

  • τάκος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γωνία
    • ούπα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Keil " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Keil"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Keil" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη