Μετάφραση του "Kleben" σε Ελληνικά

Οι κόλλημα, επικόλληση, κολλώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kleben" σε Ελληνικά.

Kleben
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλλημα

    noun

    ένωση με κολλητική ουσία

    Verbindungen müssen durch Nähen, Heißsiegeln, Kleben oder andere gleichwertige Verfahren hergestellt sein.

    Οι ραφές θα πρέπει να σχηματίζονται με ράμματα, θερμικό σφράγισμα, κόλλημα ή οποιαδήποτε ισοδύναμη μέθοδο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kleben verb γραμματική

pappen (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικόλληση

    Noun noun

    das Pflaster daran hindern können, richtig zu kleben

    μπορεί να εμποδίσουν την σωστή επικόλληση του εμπλάστρου στο δέρμα σας

  • κολλώ

    verb
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kleben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη