Μετάφραση του "Klebstoff" σε Ελληνικά

Οι κόλλα, συγκολλητικό, κολλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Klebstoff" σε Ελληνικά.

Klebstoff noun masculine γραμματική

Kleber (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόλλα

    noun feminine

    Stoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann. [..]

    Die einzelnen Lagen müssen mit einem wasserbeständigen Klebstoff miteinander verleimt sein.

    Όλα τα διπλανά φύλλα θα πρέπει να είναι κολλημένα με αδιάβροχη κόλλα.

  • συγκολλητικό

    Stoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann.

    Gewebe, beschichtet mit in Klebstoff eingebetteten Kügelchen mit einem Durchmesser von 150 μm oder weniger

    Υφάσματα επιχρισμένα με συγκολλητικό υλικό στο οποίο έχουν ενσωματωθεί σφαιρίδια με διαμέτρο που δεν υπερβαίνει τα 150 μm

  • κολλα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κόλλα
    • αυτοκόλλητο
    • κολλητική ουσία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Klebstoff " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Klebstoff"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Klebstoff" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη