Μετάφραση του "Kleidung" σε Ελληνικά

Οι ρούχα, ενδυμασία, ένδυμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kleidung" σε Ελληνικά.

Kleidung noun Noun feminine γραμματική

Zeug (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρούχα

    noun n-p

    Die anderen Mädchen machten sich wegen ihrer Kleidung über sie lustig.

    Τα άλλα κορίτσια την πείραζαν για τα ρούχα της.

  • ενδυμασία

    noun feminine

    Geeignete Kleidung und festes Schuhwerk sollten zu jeder Zeit getragen werden.

    Απαιτείται κατάλληλη ενδυμασία, όπως επίσης παπούτσια και πουκάμισα.

  • ένδυμα

    noun neuter

    Der Fahrer muß mit einer ihm passenden Kombination oder gleichwertiger Kleidung bekleidet sein.

    Ο οδηγός πρέπει να φορά στολή οδηγού ορθού μεγέθους ή ισοδύναμο ένδυμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρούχο
    • ρουχισμός
    • ένδυση
    • αμφίεση
    • ενδύματα
    • ιματισμός
    • φόρεμα
    • περιβολή
    • φορεσιά
    • Ένδυση
    • ενδύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleidung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

kleidung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενδύματα

    Selbst Gottes vornehme Kleidung ist wie die eines Weinkeltertreters befleckt!

    Ακόμη και τα καλαίσθητα ενδύματα του Θεού κηλιδώνονται, σαν τα ενδύματα ενός πατητή στο πατητήρι!

  • ένδυση

    Einige gingen in Ortschaften in der Nähe, um Geld für Vorräte und Kleidung zu verdienen.

    Ορισμένοι πήγαν σε κοντινές πόλεις, για να κερδίσουν χρήματα για προμήθειες και ένδυση.

Εικόνες με "Kleidung"

Φράσεις παρόμοιες με "Kleidung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kleidung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη