Μετάφραση του "Kleie" σε Ελληνικά
Το πίτουρο είναι η μετάφραση του "Kleie" σε Ελληνικά.
Kleie
noun
Noun
feminine
γραμματική
Die harte äußere Schicht von Getreidekörnern, die als Nebenprodukt beim Mahlen von Getreiden anfällt.
-
πίτουρο
noun neuter- dem Kleie, eine nicht erlaubte Zutat, zugesetzt ist,
- στον οποίο έχει προστεθεί πίτουρο, καθότι ειδικά αυτό το συστατικό δεν επιτρέπεται,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη