Μετάφραση του "Klemme" σε Ελληνικά

Οι αδιέξοδο, ακροδέκτης, μέγγενη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Klemme" σε Ελληνικά.

Klemme noun feminine γραμματική

Verdrückung (regional) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αδιέξοδο

    noun adjective

    Sie sitzen in der Klemme und denken nur an Geld.

    Είσαι σε αδιέξοδο και σκέφτεσαι τα λεφτά.

  • ακροδέκτης

    Noun

    Die Gleichstromversorgung zum Motoranlasser (beispielsweise Klemme 30 gemäß DIN 72552) muss wie folgt unterbrochen werden:

    Το συνεχές ρεύμα στον εκκινητήρα (για παράδειγμα, ακροδέκτης 30 σύμφωνα με το πρότυπο DIN 72552) διακόπτεται ως εξής:

  • μέγγενη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Klemme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

klemme verb
+ Προσθήκη

"klemme" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το klemme στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Klemme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μαγκώνω · στερεώνω · σφίγγω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Klemme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη