Μετάφραση του "Kleister" σε Ελληνικά
Οι κόλλα, αλευρόκολλα, αμυλόκολλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kleister" σε Ελληνικά.
Kleister
noun
masculine
γραμματική
Stoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann.
-
κόλλα
noun feminineStoff, der zwei Gegenstände miteinander verbinden kann. [..]
Dazu brauchst du ein Telegrammformular, eine Schere und Kleister.
Χρειάζεσαι μόνο ένα κενό βιβλιάριο από τηλέγραφο, μερικά ψαλίδια και μια κόλλα.
-
αλευρόκολλα
noun feminine -
αμυλόκολλα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτοκόλλητο
- κολλητική ουσία
- συγκολλητικό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleister " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Kleister"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη