Μετάφραση του "Kletterer" σε Ελληνικά

Το αναρριχητής είναι η μετάφραση του "Kletterer" σε Ελληνικά.

Kletterer noun masculine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναρριχητής

    Person, die den Klettersport ausübt

    Der gute Kletterer ist also auch ein geschickter Taucher und exzellenter Schwimmer.

    Ο καλός αναρριχητής γίνεται επομένως επιδέξιος δύτης και έξοχος κολυμβητής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kletterer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kletterer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη