Μετάφραση του "Kleriker" σε Ελληνικά

Το κληρικός είναι η μετάφραση του "Kleriker" σε Ελληνικά.

Kleriker noun Noun masculine γραμματική

Pfaffe (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κληρικός

    noun masculine

    μέλος του κλήρου μιας θρησκείας

    Die meisten wissen nicht, was sie tun sollen“, klagte ein Londoner Kleriker.

    Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξέρουν τι να κάνουν», θρήνησε ένας κληρικός στο Λονδίνο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kleriker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kleriker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη