Μετάφραση του "Koeffizient" σε Ελληνικά
Οι συντελεστής, Συντελεστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Koeffizient" σε Ελληνικά.
Koeffizient
noun
Noun
masculine
γραμματική
Beiwert (veraltet)
-
συντελεστής
noun masculineIst der so ermittelte Koeffizient größer als 1, so wird ein Koeffizient von 1 angewandt.
Εάν ο συντελεστής που προκύπτει υπερβαίνει τη μονάδα, εφαρμόζεται συντελεστής ίσος με τη μονάδα.
-
Συντελεστής
zu einem anderen rechnerischen Ausdruck beigefügte Zahl bzw. Variable
Koeffizient für die Berechnung der Unterstützung der Klimaschutzziele
Συντελεστής για τον υπολογισμό της στήριξης για την επίτευξη των στόχων για την κλιματική αλλαγή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Koeffizient " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη