Μετάφραση του "koexistieren" σε Ελληνικά

Το συνυπάρχω είναι η μετάφραση του "koexistieren" σε Ελληνικά.

koexistieren verb γραμματική

Gleichzeitig oder am selben Ort existieren.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνυπάρχω

    wie Technologie mit rohen menschlichen Emotionen koexistieren kann.

    πώς η τεχνολόγια συνυπάρχει με τα ακατέργαστα ανθρώπινα συναισθήματα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " koexistieren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "koexistieren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη