Μετάφραση του "Komfort" σε Ελληνικά

Οι άνεση, ανέσεις, ευκολίες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Komfort" σε Ελληνικά.

Komfort noun Noun masculine γραμματική

Annehmlichkeit, Wohlgefühl, das über die einfache Befriedigung der elementaren Bedürfnisse hinausgeht.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άνεση

    noun feminine

    Ferner ist das Platzangebot bei solchen Zügen wichtiger als der Komfort.

    Η μεταφορική ικανότητα είναι σημαντικότερη για τα περιφερειακά τρένα από την άνεση.

  • ανέσεις

    Das hängt davon ab, wie viel Komfort man gewöhnt ist.

    Εξαρτάται από τις ανέσεις που είχε συνηθίσει ο καθένας.

  • ευκολίες

    Die Wohnungen, die wir mieten konnten, hatten kaum Komfort.

    Τα σπίτια που μπορέσαμε να νοικιάσουμε είχαν πολύ λίγες σύγχρονες ανέσεις ή ευκολίες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κομφόρ
    • πολυτέλεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Komfort " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Komfort" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Komfort" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη