Μετάφραση του "Komiker" σε Ελληνικά

Οι κωμικός, ἡθοποιός κωμωδίας, ὁ κωμικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Komiker" σε Ελληνικά.

Komiker noun Noun masculine γραμματική

Witzbold (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κωμικός

    Person, die es sich zum Ziel oder Beruf gemacht hat, Mitmenschen mimisch, gestisch oder sprachlich zum Lachen zu bringen

    Um meinen Traum zu folgen, ein Komiker zu werden.

    Για να κυνηγήσω το όνειρο μου για μια καριέρα ως κωμικός.

  • ἡθοποιός κωμωδίας

  • ὁ κωμικός

  • ὁ κωμω-διογράφος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Komiker " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Komiker" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη