Μετάφραση του "Konsens" σε Ελληνικά
Οι συναίνεση, ομοφωνία, κοινή συναίνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Konsens" σε Ελληνικά.
Konsens
noun
masculine
γραμματική
Konsens (fachsprachlich) [..]
-
συναίνεση
noun feminineÜbereinstimmung von Personen zu einer gemeinsamen Entscheidung
Nur dann kann der wissenschaftliche Konsens auch umgesetzt werden.
Αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να εφαρμοστεί η επιστημονική συναίνεση.
-
ομοφωνία
noun feminineDerzeit besteht noch kein Konsens zwischen den Interessengruppen.
Δεν υπάρχει ομοφωνία μεταξύ των φορέων έκφρασης συμφερόντων στην παρούσα φάση.
-
κοινή συναίνεση
feminineDann die Artikel über den Konsens bzw. die Mehrheitsbeschlüsse.
Μετά τα άρθρα για την κοινή συναίνεση ή την ειδική πλειοψηφία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Konsens " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη