Μετάφραση του "Konsequenz" σε Ελληνικά

Οι συνέπεια, Λογική συνέπεια, συμπέρασμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Konsequenz" σε Ελληνικά.

Konsequenz noun Noun feminine γραμματική

Implikation (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνέπεια

    noun feminine

    Sie sind die unvermeidbare Konsequenz des von Dow vorgelegten integrierten Olefinkonzepts.

    Αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της αρχής της ολοκληρωμένης παραγωγής που προτείνει η Dow.

  • Λογική συνέπεια

    zwingende oder mögliche Folgerung

    Die logische Konsequenz des Verursacherprinzips ist, den geringer zu besteuern, der die Umwelt weniger verschmutzt.

    Η λογική συνέπεια της αρχής “ο ρυπαίνων πληρώνει” είναι να φορολογείται λιγότερο όποιος ρυπαίνει λιγότερο.

  • συμπέρασμα

    noun

    Ich denke, daraus müssen wir politische Konsequenzen ziehen.

    Νομίζω ότι θα πρέπει να βγάλουμε πολιτικά συμπεράσματα από το γεγονός αυτό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Konsequenz " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Konsequenz" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Konsequenz" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη