Μετάφραση του "Krone" σε Ελληνικά

Οι κορώνα, στέμμα, κορόνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Krone" σε Ελληνικά.

Krone noun feminine γραμματική

Krone (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κορώνα

    noun feminine

    Die schwedischen Behörden haben außerdem beschlossen, von der Möglichkeit Gebrauch zu machen, den Anwendungsbereich der Verordnung auf schwedische Kronen auszuweiten.

    Επιπλέον, οι σουηδικές αρχές αποφάσισαν να χρησιμοποιήσουν τη δυνατότητα επέκτασης της διάταξης του κανονισμού στη σουηδική κορώνα.

  • στέμμα

    noun neuter

    eine kostbare Kopfbedeckung, Zeichen der Macht der Herrscher

    Die Kreuz-und-Krone-Anstecknadeln sind Götzenbilder (Rüstung, 1933, Seite 235).

    Οι καρφίτσες με το σταυρό και το στέμμα είναι είδωλα. —Προετοιμασία (Preparation), 1933, σελίδα 239.

  • κορόνα

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποκορύφωμα
    • στεφάνι
    • φύλλωμα
    • στεφάνη
    • στέμμα (εραλδική)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Krone " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Krone"

Φράσεις παρόμοιες με "Krone" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Βόρειος Στέφανος · Στέφανος Βόρειος
  • Νότιος Στέφανος · Στέφανος Νότιος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Krone" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη