Μετάφραση του "Kronleuchter" σε Ελληνικά

Οι πολυέλαιος, πολύφωτο, Πολυέλαιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kronleuchter" σε Ελληνικά.

Kronleuchter noun Noun masculine γραμματική

Lüster (veraltet)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πολυέλαιος

    noun masculine

    Es gibt keinen Grund, warum der Kronleuchter nicht funktionieren sollte.

    Δεν υπάρχει λόγος για να μη δουλεύει ο πολυέλαιος.

  • πολύφωτο

    noun neuter

    Er ist da rauf, hat sich an den Kronleuchter gehängt und dann den Stuhl umgestoßen.

    Ανέβηκε εκεί πάνω, κρεμάστηκε απ'το πολύφωτο πήδηξε και κλώτσησε την καρέκλα.

  • Πολυέλαιος

    Es gibt keinen Grund, warum der Kronleuchter nicht funktionieren sollte.

    Δεν υπάρχει λόγος για να μη δουλεύει ο πολυέλαιος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kronleuchter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kronleuchter"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kronleuchter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη