Μετάφραση του "Kurkuma" σε Ελληνικά

Οι κουρκούμη, χρυσόρριζα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kurkuma" σε Ελληνικά.

Kurkuma noun feminine γραμματική

wiss. N.: Curcuma domestica [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρκούμη

    noun feminine

    Gewürz, das häufig in Currys und anderen Gerichten der südasiatischen Küche verwendet wird.

    Harz, die in Kurkuma von Natur aus vorhanden sind, können in dem Produkt enthalten sein.

    Ενδέχεται επίσης να περιέχει μικρές ποσότητες ελαίων και ρητινών που απαντούν στην κουρκούμη.

  • χρυσόρριζα

    Ingwer, Kurkuma, Lorbeerblätter, Curry und andere Gewürze, ausgenommen Thymian und Safran

    Ζιγγίβερι, χρυσόρριζα, φύλλα δάφνης, κάρυ και άλλα μπαχαρικά, εξαιρουμένων του θυμαριού και του κρόκου

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Kurkuma " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Kurkuma"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Kurkuma" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη