Μετάφραση του "Kurort" σε Ελληνικά
Οι θέρετρο, λουτρόπολη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Kurort" σε Ελληνικά.
Kurort
-
θέρετρο
noun neuterIm 19. Jahrhundert diente es als Kurort, mit einem Strand und verschiedenen Restaurants.
Στο δέκατο ένατο αιώνα, χρησίμευε ως θέρετρο διακοπών, με μια παραλία και ένα εστιατόριο.
-
λουτρόπολη
Prädikat für Orte, deren Boden, Wasser oder Klima für medizinische Therapie genutzt wird
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Kurort " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη