Μετάφραση του "Lappen" σε Ελληνικά

Οι κουρέλι, λοβός, κρημνός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lappen" σε Ελληνικά.

Lappen noun masculine γραμματική

Feudel (norddt.) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κουρέλι

    noun neuter

    Sie fesselten ihn und stopften ihm einen Lappen in den Mund.

    Τον ξύπνησαν, τον έδεσαν και του έβαλαν ένα κουρέλι στο στόμα.

  • λοβός

    noun masculine

    Der rechte Lungenflügel ist in drei Lappen unterteilt, der linke in zwei.

    Ο δεξιός σας πνεύμονας έχει τρία τμήματα, ή αλλιώς λοβούς, και ο αριστερός σας πνεύμονας έχει δυο λοβούς.

  • κρημνός

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξεσκονόπανο
    • πανάκι
    • πατσαβούρα
    • πανί
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lappen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Lappen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lappen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη