Μετάφραση του "Legislaturperiode" σε Ελληνικά
Το βουλευτική περίοδος είναι η μετάφραση του "Legislaturperiode" σε Ελληνικά.
Legislaturperiode
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
βουλευτική περίοδος
Zeitraum der Sitzungsdauer eines Parlaments
1 Die Kläger waren Abgeordnete des Europäischen Parlaments (nachfolgend: Parlament) während der Legislaturperiode 1994-1999.
1 Οι προσφεύγοντες ήσαν βουλευτές του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου (στο εξής: Κοινοβούλιο) κατά τη βουλευτική περίοδο 1994-1999.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Legislaturperiode " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη