Μετάφραση του "legitim" σε Ελληνικά

Οι δικαιολογημένος, νόμιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "legitim" σε Ελληνικά.

legitim Adjective adjective γραμματική

In Übereinstimmung mit Recht und Gesetz. [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δικαιολογημένος

    Der Zorn ist völlig legitim: der Angeklagte wurde aus Verfahrensgründen freigelassen, während äußerst schwere Anschuldigungen wegen Völkermords auf ihm lasten.

    Ένας απόλυτα δικαιολογημένος θυμός: ο κατηγορούμενος απελευθερώθηκε λόγω διαδικαστικού λάθους, ενώ τον βάρυναν οι εξαιρετικά βαριές κατηγορίες της γενοκτονίας.

  • νόμιμος

    adjective masculine

    Alle Kinder, die aus diesen Ehen hervorgingen, sollten als legitime Kinder betrachtet werden.

    Οποιαδήποτε τέκνα προήρχοντο απ’ αυτούς τους γάμους έπρεπε να θεωρούνται ως νόμιμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " legitim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "legitim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη