Μετάφραση του "Leichnam" σε Ελληνικά

Οι πτώμα, σορός, κουφάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leichnam" σε Ελληνικά.

Leichnam noun masculine γραμματική

Toter Körper.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πτώμα

    noun neuter

    toter Körper eines Menschen

    Einst enthielten sie die Leichname von drei Männern, die man öffentlich gefoltert und hingerichtet hatte.

    Αρχικά, περιείχαν τα πτώματα τριών αντρών που είχαν βασανιστεί και εκτελεστεί δημοσίως.

  • σορός

    noun feminine

    Bis wir mit dem Leichnam fertig sind, gehört er laut Verfügung uns.

    Έχουμε εντολή δικαστηρίου ότι μέχρι να τελειώσουμε η σορός είναι δική μας.

  • κουφάρι

    noun neuter

    Oder mit den tiefen Gefuehlen, die eine Made fuer den verwesenden Leichnam empfindet, von dem sie lebt.

    Ή τα σκουλήκια που γλεντούν τρώγονταs ένα κουφάρι.

  • κορμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Leichnam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Leichnam"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Leichnam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη