Μετάφραση του "leicht" σε Ελληνικά

Οι εύκολος, εύκολο, εύκολα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leicht" σε Ελληνικά.

leicht adjective adverb γραμματική

light (neologistisch) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εύκολος

    adjective masculine

    Alex, es ist nicht leicht, das zu erklären.

    Alex, δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να το αναφέρω αυτό.

  • εύκολο

    adjective

    Wenig Können oder Anstrengung erfordernd.

    Es ist nicht leicht, eine Fremdsprache zu erlernen.

    Δεν είναι εύκολο να μάθεις μια ξένη γλώσσα.

  • εύκολα

    adverb

    Wir können dieses Problem leicht lösen.

    Μπορούμε να λύσουμε εύκολα αυτό το πρόβλημα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευκόλως
    • άνετος
    • αλαφρός
    • ανάλαφρος
    • απαλός
    • ελαφρά
    • ελαφρός
    • ευχερής
    • ευχερώς
    • ελαφρύς
    • βατός
    • αβίαστα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " leicht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "leicht"

Φράσεις παρόμοιες με "leicht" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "leicht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη