Μετάφραση του "Leistung" σε Ελληνικά
Οι ισχύς, άθλος, επίτευγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Leistung" σε Ελληνικά.
Leistung
noun
feminine
γραμματική
Dampf (umgangssprachlich) [..]
-
ισχύς
noun femininePhysik: Verhältnis von verrichteter Arbeit zu der dafür benötigten Zeit
Drehzahl und Leistungen: ...
Δηλούμενη ταχύτητα και ισχύς
-
άθλος
noun masculine -
επίτευγμα
noun neuterWir lachten zwar, doch uns war auch bewusst, was für bahnbrechende Leistungen das für ihn waren.
Όλοι γελάσαμε, όμως καταλάβαμε ότι γι’ αυτόν ήταν μνημειώδη επιτεύγματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κατόρθωμα
- ανδραγάθημα
- απόδοση
- δύναμη
- επίδοση
- παροχή
- επίδομα
- συμπεριφορά
- βελτιστοποίηση
- Ισχύς
- παραγωγικότητα
- επιδόσεις
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Leistung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Leistung"
Φράσεις παρόμοιες με "Leistung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχολική επίδοση
-
εδώ μετράει μόνο η απόδοση
-
σχολικές επιδόσεις
-
απο το ένα έως το δέκα
-
υπηρεσίες κοινής ωφέλειας
-
κοινωνικές παροχές
-
παροχή επιζώντων
-
Ηλεκτρική ισχύς · ηλεκτρική ισχύς
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη