Μετάφραση του "leisten" σε Ελληνικά
Οι αποδίδω, παρέχω, πραγματοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "leisten" σε Ελληνικά.
zugange sein (umgangssprachlich) [..]
-
αποδίδω
Wird binnen fünf Jahren erkannt, daß zu niedrige Zahlungen geleistet wurden, so erhält der Betroffene nachträglich den Differenzbetrag.
Τα ποσά που παρακρατήθηκαν εντός των πέντε ετών που προηγήθηκαν της διαπίστωσης των ανεπαρκών πληρωμών αποδίδονται στον ενδιαφερόμενο.
-
παρέχω
verbDie Mitgliedstaaten sollten sich erforderlichenfalls gegenseitige Amtshilfe leisten.
Εφόσον είναι αναγκαίο, τα κράτη μέλη πρέπει να παρέχουν αμοιβαία συνδρομή.
-
πραγματοποιώ
verbDie Kommission verlangt für jede Zahlung, die sie aufgrund dieser Entscheidung leisten wird, eine Quittung.
Η Επιτροπή θα απαιτήσει την έκδοση σχετικής αποδείξεως για κάθε πληρωμή που θα πραγματοποιήσει δυνάμει της παρούσης αποφάσεως.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " leisten " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
βουβώνας
noun masculine -
καλαπόδι
neuter
Φράσεις παρόμοιες με "leisten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σοβατεπί
-
προβάλλω αντίσταση
-
έχω τα μέσα
-
βγάζω τα προς το ζην
-
επιβιώνω
-
μπορώ να συντηρήσω κάτι οικονομικά
-
Μπορώ να αναλάβω τα έξοδα · μπορώ να διαχειριστώ τα έξοδα
-
συντροφεύω