Μετάφραση του "Lipid-" σε Ελληνικά

Το λιπιδικός είναι η μετάφραση του "Lipid-" σε Ελληνικά.

Lipid-
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λιπιδικός

    Eine charakteristische Lipid-Zusammensetzung, die sich durch den hohen Ölsäuregehalt auszeichnet, der über 80 % beträgt und bis zu 83 % erreichen kann.

    ιδιαίτερος λιπιδικός τύπος, χαρακτηριζόμενος από υψηλή περιεκτικότητα σε ελαϊκό οξύ (πάνω από 80 %, που μπορεί να φθάσει το 83 %).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lipid- " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Lipid-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • λίπος · λιπίδιο
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lipid-" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη