Μετάφραση του "Lipide" σε Ελληνικά
Οι λιπίδιο, λιπίδιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lipide" σε Ελληνικά.
Lipide
noun
neuter
γραμματική
-
λιπίδιο
Sammelbezeichnung für ganz oder zumindest größtenteils wasserunlösliche (hydrophobe) Naturstoffe
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Lipide " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
lipide
-
λιπίδιο
noun
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη