Μετάφραση του "Lohn" σε Ελληνικά

Οι μισθός, αμοιβή, μεροκάματο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lohn" σε Ελληνικά.

Lohn noun masculine feminine γραμματική

Lohntüte (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισθός

    noun masculine

    der Lohn - die Löhne

    Dazu kommen noch Lohnnebenkosten, die im Verhältnis zu den Löhnen nicht übermässig hoch sind.

    Εδώ προστίθενται και οι πρόσθετες δαπάνες τους για μισθούς, που σε σχέση με τους μισθούς είναι σχετικά μικρές.

  • αμοιβή

    noun feminine

    Davon wird es abhängen, ob wir den Lohn erhalten.

    Απ’ αυτό εξαρτάται το αν θα λάβουμε την αμοιβή.

  • μεροκάματο

    noun neuter

    Ich lebe schon immer von Lohn zu Lohn, und dann eine Sache wie diese...

    Πηγαίνω από μεροκάματο σε μεροκάματο κι ένα πράγμα σαν κι αυτό...

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανταμοιβή
    • αντιμισθία
    • ημερομίσθιο
    • κόπος
    • πληρωμή
    • βραβείο
    • η ανταμοιβή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lohn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Lohn" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lohn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη