Μετάφραση του "Lohnarbeiter" σε Ελληνικά

Οι μισθωτός, μεροκαματιάρης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lohnarbeiter" σε Ελληνικά.

Lohnarbeiter

Malocher (derb)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μισθωτός

    adjective noun masculine

    Er sollte bei dir wie ein Lohnarbeiter sein, wie ein Ansiedler.“

    Πρέπει να είναι σε εσένα σαν μισθωτός εργάτης, σαν μέτοικος».

  • μεροκαματιάρης

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lohnarbeiter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lohnarbeiter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη