Μετάφραση του "Loskauf" σε Ελληνικά
Το εξαγορά είναι η μετάφραση του "Loskauf" σε Ελληνικά.
Loskauf
noun
masculine
Auslösung(z.B. eine Geisha)
-
εξαγορά
Diese Behauptung hat jedoch wenig Kraft, weil die „Reinigung“ und der „Loskauf“ zwei verschiedene Erfordernisse des mosaischen Gesetzes waren.
Αυτός ο ισχυρισμός είναι αδύνατος, όμως, γιατί ο ‘καθαρισμός’ και η ‘εξαγορά’ ήταν δύο διαφορετικές απαιτήσεις του νόμου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Loskauf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη