Μετάφραση του "losgehen" σε Ελληνικά
Οι αρχίζω, εκπυρσοκροτώ, κινώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "losgehen" σε Ελληνικά.
losgehen
verb
γραμματική
lossocken (regional) (umgangssprachlich) [..]
-
αρχίζω
verbDie haben natürlich gekichert, als die Musik losging.
Φυσικά, μόλις άρχισε η μουσική, έσκασαν στα γέλια.
-
εκπυρσοκροτώ
-
κινώ
verb -
χαλάω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " losgehen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη