Μετάφραση του "Luft" σε Ελληνικά
Οι αέρας, ουρανός, αήρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Luft" σε Ελληνικά.
Luft
noun
feminine
γραμματική
Raum zum Atmen (umgangssprachlich) [..]
-
αέρας
noun masculineτο σύνολο των αερίων που αναπνέουμε [..]
Mach das Fenster auf, damit frische Luft reinkommt.
Άνοιξε το παράθυρο να μπει καθαρός αέρας.
-
ουρανός
noun masculineουράνιος θόλος
Stein, Feuer, Luft und Wasser sind die Grundelemente des Universums.
Ο βράχος, η φωτιά, ο ουρανός και το νερό είναι τα βασικά στοιχεία του σύμπαντος.
-
αήρ
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Αέρας
- ανάσα
- αναπνοή
- ελεύθερος χρόνος
- περιθώριο
- ύφος
- αέριος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Luft " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Luft" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανατινάζομαι
-
εισαγωγικά
-
Υγρός αέρας
-
καθαρός αέρας
-
Πύραυλος αέρος-επιφανείας
-
αερομεταφερόμενος
-
στα κρύα του λουτρού
-
το πεδίο είναι ελεύθερο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη