Μετάφραση του "Luft-" σε Ελληνικά
Οι αερώδης, εναέριος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Luft-" σε Ελληνικά.
Luft-
Über, in der oder aus der Luft.
-
αερώδης
Adjective -
εναέριος
Wenn es durch die Luft übertragen wird, sind wir infiziert.
Αν είναι εναέριος ιός τότε είμαστε ήδη μολυσμένοι.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Luft- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Luft-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανατινάζομαι
-
εισαγωγικά
-
Υγρός αέρας
-
καθαρός αέρας
-
Πύραυλος αέρος-επιφανείας
-
αερομεταφερόμενος
-
στα κρύα του λουτρού
-
το πεδίο είναι ελεύθερο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη