Μετάφραση του "Matte" σε Ελληνικά

Οι πατάκι, στρώμα, τάπητας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Matte" σε Ελληνικά.

Matte noun feminine γραμματική

Wolle (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατάκι

    noun neuter

    Unweit des Kopfes lag eine „Matte“ aus geflochtenem Gras.

    Κοντά στο κεφάλι του υπήρχε ένα «πατάκι» από πλεγμένα άχυρα.

  • στρώμα

    noun

    Wir sind es gewohnt, auf einer Matte zu schlafen, die auf dem Fußboden ausgebreitet wird.

    Συνηθίσαμε να κοιμόμαστε πάνω σε λεπτά στρώματα απλωμένα πάνω στο πάτωμα.

  • τάπητας

    noun

    „Massenvermehrung von Cyanobakterien“: kumuliertes Auftreten von Cyanobakterien in Form von Blüten, Matten oder Schlieren.

    Ως «ανάπτυξη κυανοβακτηρίων» νοείται η συσσώρευση κυανοβακτηρίων υπό μορφήν εξάνθησης, τάπητα ή αφρού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ταπέτο
    • ταπί
    • χαλάκι
    • ψάθα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Matte " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

matte adjective
+ Προσθήκη

"matte" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το matte στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Matte" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άτονος · αδύναμος · θαμπός · θολός · κουρασμένος · ματ · μουντός
  • ματ
  • ματ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Matte" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη