Μετάφραση του "matt" σε Ελληνικά
Οι θολός, άτονος, αδύναμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "matt" σε Ελληνικά.
matt
adjective
γραμματική
platt (umgangssprachlich)
-
θολός
adjective masculine -
άτονος
Adjective -
αδύναμος
adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θαμπός
- κουρασμένος
- ματ
- μουντός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " matt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Matt
noun
neuter
γραμματική
-
ματ
neuterIch weiß nicht warum Matt mit ihm rumhängt.
Δεν ξέρω γιατί ο Ματ τον έκανε παρέα.
Εικόνες με "matt"
Φράσεις παρόμοιες με "matt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ματ
-
πατάκι · στρώμα · τάπητας · ταπέτο · ταπί · χαλάκι · ψάθα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη