Μετάφραση του "Melisse" σε Ελληνικά

Οι Μελισσόχορτο, μελισσόχορτο, Μελίσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Melisse" σε Ελληνικά.

Melisse noun feminine γραμματική

Ausdauernde krautige Pflanze, die in Südeuropa und in der Mittelmeerregion heimisch ist und als Tee und Gewürz verwendet wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μελισσόχορτο

  • μελισσόχορτο

  • Μελίσσα

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μέλισσα
    • μελίσσα
    • μελισσοβότανο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Melisse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Melisse"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Melisse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη