Μετάφραση του "Menschen" σε Ελληνικά

Οι κόσμος, άνθρωποι, άνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Menschen" σε Ελληνικά.

Menschen noun

man allgemein (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κόσμος

    noun masculine

    οι άνθρωποι, η κοινωνία

    Und du solltest etwas verkaufen, das die Menschen wollen.

    Και πρέπει να πουλάς κάτι που θέλει ο κόσμος.

  • άνθρωποι

    noun masculine

    Wir lernen aus der Erfahrung, dass die Menschen nie etwas aus der Erfahrung lernen.

    Μαθαίνουμε από πείρα, πως οι άνθρωποι δε μαθαίνουν ποτέ τίποτα από την πείρα.

  • άνθρωπος

    noun masculine

    Wenn dieser Mensch dein Freund wäre, würde er das nicht tun.

    Εάν αυτός ο άνθρωπος ήταν φίλος σας, δεν θα το έκανε αυτό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Menschen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

menschen
+ Προσθήκη

"menschen" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το menschen στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "Menschen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Menschen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη