Μετάφραση του "Menschen-" σε Ελληνικά
Το ανθρώπινος είναι η μετάφραση του "Menschen-" σε Ελληνικά.
Menschen-
-
ανθρώπινος
adjective masculineIch bin genau wie ihr, nur riesengroß und ein Mensch.
Είμαι σαν και εσάς, μόνο πιο γιγάντιος και ανθρώπινος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Menschen- " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Menschen-" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κλειστός άνθρωπος | εσωστρεφής
-
δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι
-
άνθρωποι · άνθρωπος · κόσμος
-
άγριος
-
ομάδα ανθρώπων
-
Γηραιότερο εν ζωή πρόσωπο στον κόσμο · Γηραιότερο πρόσωπο στον κόσμο
-
ποτέ δεν έχω ξανασυναντήσει τόσο αξιοθαύμαστους άνθρωπους
-
άνθρωπος που μπορεί να είναι φανταστικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη