Μετάφραση του "Mietkauf" σε Ελληνικά
Το αγορά με δόσεις είναι η μετάφραση του "Mietkauf" σε Ελληνικά.
Mietkauf
noun
masculine
-
αγορά με δόσεις
„Verkaufsstelle“ ist ein Ort, an dem Haushaltswäschetrockner ausgestellt oder zum Verkauf, zur Vermietung oder zum Mietkauf angeboten werden.
«σημείο πώλησης»: χώρος όπου οικιακά στεγνωτήρια ρούχων εκτίθενται ή διατίθενται προς πώληση, μίσθωση ή αγορά με δόσεις.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Mietkauf " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη