Μετάφραση του "Monografie" σε Ελληνικά
Οι μονογραφία, Μονογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Monografie" σε Ελληνικά.
Monografie
-
μονογραφία
noun femininea) Eignungszertifikat nach dem Europäischen Arzneibuch für die einschlägige Monografie des Europäischen Arzneibuchs
α) Πιστοποιητικό καταλληλότητας της ευρωπαϊκής φαρμακοποιίας στη σχετική μονογραφία της ευρωπαϊκής φαρμακοποιίας
-
Μονογραφία
umfassende, in sich vollständige Abhandlung über einen einzelnen Gegenstand
a) Eignungszertifikat nach dem Europäischen Arzneibuch für die einschlägige Monografie des Europäischen Arzneibuchs
α) Πιστοποιητικό καταλληλότητας της ευρωπαϊκής φαρμακοποιίας στη σχετική μονογραφία της ευρωπαϊκής φαρμακοποιίας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Monografie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη