Μετάφραση του "Monogramm" σε Ελληνικά
Το μονόγραμμα είναι η μετάφραση του "Monogramm" σε Ελληνικά.
Monogramm
noun
neuter
γραμματική
-
μονόγραμμα
Mit Monogrammen versehende Schlüssel - anhänger mit eingebautem Laserpointer.
Μπρελόκ με το μονόγραμμα σας, με ενσωματωμένο δείκτη λέιζερ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Monogramm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Monogramm"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη