Μετάφραση του "Mumm" σε Ελληνικά

Οι δύναμη, θάρρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Mumm" σε Ελληνικά.

Mumm noun masculine γραμματική

Traute (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δύναμη

    noun

    Dieser kleine Mitternacht-Cowboy hat noch Mumm.

    Αυτός ο καουμπόι έχει ακόμα λίγη δύναμη μέσα του.

  • θάρρος

    noun

    θάρρος

    Hätte ich nur den Mumm gehabt, zu tun, was nötig war.

    Μακάρι να είχα το θάρρος να κάνω ό, τι έπρεπε να γίνει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mumm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Mumm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mumm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη