Μετάφραση του "Mutterschaft" σε Ελληνικά

Το μητρότητα είναι η μετάφραση του "Mutterschaft" σε Ελληνικά.

Mutterschaft Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητρότητα

    noun feminine

    Wahrnehmen der Mutterrolle

    Sie arbeiten, um ihre Rechnungen zu bezahlen, nicht weil sie die Mutterschaft verschmähen.

    Εργάζονται για να πληρώνουν τους λογαριασμούς, και όχι γιατί περιφρονούν τη μητρότητα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Mutterschaft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Mutterschaft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη