Μετάφραση του "Muttersprache" σε Ελληνικά
Το μητρική γλώσσα είναι η μετάφραση του "Muttersprache" σε Ελληνικά.
Muttersprache
noun
feminine
γραμματική
Die als erste erlernte Sprache; die Sprache, in der man aufgewachsen ist
-
μητρική γλώσσα
noun feminineSprache, die eine Person von Geburt an gelernt hat
Julias Muttersprache ist Italienisch.
Η μητρική γλώσσα της Ιουλίας είναι τα Ιταλικά.
-
mitrikí glossa |μητρική γλώσσα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Muttersprache " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Muttersprache" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διεθνής Ημέρα Μητρικής Γλώσσας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη