Μετάφραση του "Netzschalter" σε Ελληνικά

Το διακόπτης ισχύος είναι η μετάφραση του "Netzschalter" σε Ελληνικά.

Netzschalter
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακόπτης ισχύος

    noun

    Ruhezustand (Netzschalter ein, kein Bild

    Κατάσταση νάρκης (διακόπτης ισχύος εντός, χωρίς σήμα εικόνας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Netzschalter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Netzschalter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη