Μετάφραση του "Netzteil" σε Ελληνικά
Οι τροφοδοτικό, Τροφοδοτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Netzteil" σε Ελληνικά.
Netzteil
-
τροφοδοτικό
noun neuterEs darf nicht durch ein anderes Netzteil ersetzt werden.
Δεν επιτρέπεται η υποκατάστασή του με άλλο τροφοδοτικό.
-
Τροφοδοτικό
Es darf nicht durch ein anderes Netzteil ersetzt werden.
Δεν επιτρέπεται η υποκατάστασή του με άλλο τροφοδοτικό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Netzteil " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη