Μετάφραση του "Not" σε Ελληνικά
Οι ανάγκη, κίνδυνος, αντιξοότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Not" σε Ελληνικά.
Not
noun
feminine
γραμματική
Verdrückung (regional) (umgangssprachlich)
-
ανάγκη
noun feminineWahre Freunde erkennt man in der Not.
'Ενας φίλος στην ανάγκη είναι πράγματι φίλος.
-
κίνδυνος
noun masculineIch weise nie eine Dame in Nöten zurück.
Ποτέ δεν αρνούμαι μία κυρία που βρίσκεται σε κίνδυνο.
-
αντιξοότητα
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ένδεια
- έσχατη ανάγκη
- ανέχεια
- απορία
- πρόβλημα
- χρεία
- μιζέρια
- η δυστυχία
- το ατύχημα
- το δυστύχημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Not " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Not"
Φράσεις παρόμοιες με "Not" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
απόκληρος
-
ο φίλος στην ανάγκη φαίνεται
-
κάνω την ανάγκη φιλοτιμία
-
στην ανάγκη
-
δεινοπαθώ · υποφέρω
-
παρά τρίχα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη